παρυφαίνω


παρυφαίνω
παρ-υφαίνω, daran weben, wirken; ἐσϑὴς παρυφασμένη, Kleid mit angewebtem purpurnem Saume. Übertr., längs den Seiten daneben ausbreiten; ὅπλα παρυφασμένα, Reihen von Bewaffneten, welche den unbewaffneten Haufen von allen Seiten umgeben. Im Weben übertreffen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • παρυφαίνω — weave beside pres subj act 1st sg παρυφαίνω weave beside pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρυφαίνω — ΜΑ [υφαίνω] υφαίνω στα πλάγια ή κατά μήκος υφάσματος ή ενδύματος, σχηματίζω κατά την ύφανση παρυφή, γαρνίρω ταινία (α. «ἐσθῆτα παρυφασμένην», Διόδ. β. «ἱμάτιον λευκόν, πῆχυν πορφυροῡν ἔχον παρυφασμένον», Πολυδ.) μσν. παρενείρω σε αφήγηση αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • παρυφαινόμενον — παρυφαίνω weave beside pres part mp masc acc sg παρυφαίνω weave beside pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρυφαινόντων — παρυφαίνω weave beside pres part act masc/neut gen pl παρυφαίνω weave beside pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρυφαίνει — παρυφαίνω weave beside pres ind mp 2nd sg παρυφαίνω weave beside pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρυφανθέντος — παρυφαίνω weave beside aor part pass masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρυφαίνοντες — παρυφαίνω weave beside pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρυφαίνων — παρυφαίνω weave beside pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρυφᾶναι — παρυφαίνω weave beside aor inf act (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρυφασμένον — παρῡφασμένον , παρυφαίνω weave beside perf part mp masc acc sg παρῡφασμένον , παρυφαίνω weave beside perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρυφασμένων — παρῡφασμένων , παρυφαίνω weave beside perf part mp fem gen pl παρῡφασμένων , παρυφαίνω weave beside perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.